
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008
Όταν

Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου.
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω।
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κάμποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία।
Πάλι σας δίνω όραμα.
Μιχάλης Κατσαρός
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 32-33)
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 32-33)
Νύχτες
Καλά, θ' απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σουη μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κανα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού।
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια।
Θα 'σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ' τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ' τη δουλειά σου και τους φίλους।
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια।
Θα 'ρθεις, δε γίνεται. Είν' τόσο σίγουρη γι' αυτό και περιμένει।
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.
Κώστας Μόντης
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας)
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας)
Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008
Γ'
Όπως ανέβαινες, ανέβαινε μαζί σου
κι ένα απ' τα πανάκριβα στερνά μου ποιήματα.
Όσο πλησίαζες
γινόταν ευκρινέστερη η δομή του
Μπορούσα να το φανταστώ σχεδόν τελειωμένο
μπορούσα να πάρω ένα μολύβι να το γράψω.
Η ανάπτυξη του αναστελλόταν μονάχα απ' την παρεμβολή περαστικών τυχαίων.
Δεν έπρεπε να σταματήσεις μακριά
απ' το σημείο που 'στεκα,
δεν έπρεπε να στρίψεις ξαφνικά
σε μια απ' τις παρόδους της λεωφόρου που ανηφόριζες
- Θε μου- δεν έπρεπε έτσι να χαθείς
πριν προφτάσω να διαβάσω το πιο καίριο:
Ό,τι είχαν να προσθέσουν τα μάτια σου.
κι ένα απ' τα πανάκριβα στερνά μου ποιήματα.
Όσο πλησίαζες
γινόταν ευκρινέστερη η δομή του
Μπορούσα να το φανταστώ σχεδόν τελειωμένο
μπορούσα να πάρω ένα μολύβι να το γράψω.
Η ανάπτυξη του αναστελλόταν μονάχα απ' την παρεμβολή περαστικών τυχαίων.
Δεν έπρεπε να σταματήσεις μακριά
απ' το σημείο που 'στεκα,
δεν έπρεπε να στρίψεις ξαφνικά
σε μια απ' τις παρόδους της λεωφόρου που ανηφόριζες
- Θε μου- δεν έπρεπε έτσι να χαθείς
πριν προφτάσω να διαβάσω το πιο καίριο:
Ό,τι είχαν να προσθέσουν τα μάτια σου.
Σταύρος Βαβούρης
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 58)
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 58)
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008
Φύσαγε...
Φύσαγε
και έτρεμε στα φύλλα πανικός
σαν αντί αέρας
έρποντας να πλησιάζαν μες στο σούρουπο
χιλιάδες φίδια κάτω από τα χόρτα.
Άκουσες το αυτοκίνητο
και μου άπλωσες χωρίς μιλιά το χέρι.
Τι φέρνει αυτός ο άνεμος;
Τι φέρνει το φθινόπωρο, τι φέρνει;
και έτρεμε στα φύλλα πανικός
σαν αντί αέρας
έρποντας να πλησιάζαν μες στο σούρουπο
χιλιάδες φίδια κάτω από τα χόρτα.
Άκουσες το αυτοκίνητο
και μου άπλωσες χωρίς μιλιά το χέρι.
Τι φέρνει αυτός ο άνεμος;
Τι φέρνει το φθινόπωρο, τι φέρνει;
Σταύρος Βαβούρης
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 59)
(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 59)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)